Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012

Για την αγάπη...

 
Αν θελεις να τραγουδησεις την αγαπη,
παρε μια λυρα,ενα βιολι,ενα φλαουτο,
αλλα μη λες τιποτα.
Οι λεξεις ειναι πολυ μικρες
για να τραγουδησουν την αγαπη.
Ειναι μεγαλη..σαν τη ζωη...
Ειναι μεγαλη..σαν τον κοσμο.
Τιποτα δεν υπαρχει πιο μεγαλο απ' αυτην.
Εκτος απο τον Θεο....

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Το γαϊτανάκι




Μια φορά, δεν πάει καιρός, ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό, κάπου εδώ κοντά, ένας άνθρωπος πολύ σοφός και πολύ γέρος. Η πλάτη του ήταν σκυφτή, τόσο σκυφτή, που η άσπρη του γενειάδα άγγιζε τη γη. Είχε διαβάσει τα βιβλία όλου του κόσμου και είχε μάθει τις γλώσσες όλων των ανθρώπων. Ζούσε απόμερα, σ’ ένα μικρό σπιτάκι, ολομόναχος. Στον κήπο του φύτρωναν κι άνθιζαν όλων των λογιών τα λουλούδια: τριαντάφυλλα, τουλίπες, μαργαρίτες, κυκλάμινα, ζουμπούλια κι όμορφα κατακόκκινα γαρίφαλα.
Οι συχωριανοί του πολύ τον αγαπούσαν κι όλοι τον φώναζαν: ο κυρ Νικόλας ο Γαρίφαλος. Κάποιο δειλινό, όταν ο ήλιος καλησπέριζε τη νύχτα που σκαρφάλωνε πίσω από το βουνό, τρία κοριτσάκια πέρασαν μπροστά από τον κήπο του κυρ Νικόλα, τραγουδώντας τούτο το όμορφο τραγούδι:
Αν όλα τα παιδιά της γης
πιάναν γερά τα χέρια
κορίτσια αγόρια στη σειρά
και στήνανε χορό
ο κύκλος θα γινότανε
πολύ πολύ μεγάλος
κι ολόκληρη τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.


Ο γερο-σοφός, κείνη την ώρα, πότιζε τα λουλούδια του. Σήκωσε το κεφάλι και χαμογέλασε στα παιδιά. Το γέρικο ρυτιδιασμένο χέρι του τους έγνεψε φιλικά.
– Καλησπέρα, κυρ Νικόλα, του φώναξαν τα κοριτσάκια, και χάθηκαν στη στροφή του δρόμου.
Όταν τέλειωσε το πότισμα, ο κυρ Νικόλας μπήκε στο σπίτι του και κάθισε στο γραφείο του. Μια στοίβα χοντρά βιβλία τον περίμενε. Έπρεπε να τα διαβάσει… Τι παράξενο όμως, εκείνο το βράδυ, όσο κι αν πάσχιζε να συγκεντρωθεί, δεν τα κατάφερνε. Ο λογισμός του έτρεχε αλλού: στα τρία κοριτσάκια, στο τραγούδι τους.
Χρόνια τώρα ζούσε ευτυχισμένος με τα βιβλία του, τα λουλούδια του, ολομόναχος, και ξάφνου η μοναξιά τού φάνηκε αβάσταχτη. Κατάλαβε πως η ζωή του έφτανε στο τέρμα της, νοστάλγησε τα νιάτα του.
Ήταν πολύ λυπημένος εκείνο το βράδυ ο καλός κυρ Νικόλας. Κουνούσε το χιονισμένο του κεφάλι και μιλούσε δυνατά: «Είμαι μόνος, κανένας δεν μπορεί να με βοηθήσει, κανέναν δεν μπορώ να βοηθήσω με τις χίλιες γνώσεις μου. Είμαι άχρηστος. Ας ήμουν τουλάχιστο νέος, ας είχα τη δύναμη να ξανάρχιζα τη ζωή μου, θα μπορούσα…»
Μονομιάς το πρόσωπο του κυρ Νικόλα φωτίστηκε. Σηκώθηκε από την πολυθρόνα κι άρχισε να χώνει βιαστικά κι ανάκατα μέσα σε μια βαλίτσα τα πράματά του. Λίγα ρούχα, το χτένι του, το σαπούνι, ένα ζευγάρι μάλλινες κάλτσες, τις παντόφλες του…
Την άλλη μέρα το πρωί, οι χωριανές, ανοίγοντας τα παραθυρόφυλλά τους, είδανε ξαφνιασμένες τον κυρ Νικόλα, που ποτέ δεν είχε βγει τόσο νωρίς, να κατευθύνεται προς το σταθμό του τρένου.
«Πού να πηγαίνει ο γερο-Γαρίφαλός μας;» αναρωτήθηκαν.
Ο σταθμάρχης τον χαιρέτησε με σεβασμό και τον βοήθησε ν’ ανέβει στο βαγόνι. Ακούστηκε ένα σφύριγμα, η ατμομηχανή ξεφύσηξε δυνατά, κι οι τεράστιες ρόδες άρχισαν να κυλάνε πάνω στις σιδερένιες ράγες. Ώρες πολλές, τσαφ-τσουφ-τσαφ-τσουφ, και το τρένο έφτασε στη μεγάλη πόλη με τους πολλούς ανθρώπους και τα πολλά αυτοκίνητα. Ο γερο-σοφός σάστισε, ζαλίστηκε από τη φασαρία και την κίνηση, αλλά δεν κοντοστάθηκε. Τράβηξε κατευθείαν για το σπίτι του ξακουσμένου γιατρού Ξανανιώνη. Καθόταν στο γραφείο του, φορώντας την κάτασπρη μπλούζα του. Ήτανε νέος και όμορφος.
– Γιατρέ, του είπε αμέσως ο κυρ Νικόλας, δεν είμαι άρρωστος. Είμαι γέρος, πολύ γέρος. Έρχομαι σε σας για να μου δώσετε τα χάπια «Νεοζίλ», που δίνουν ξανά νιάτα και δύναμη. Θέλω να εξαφανιστούν οι ρυτίδες μου, θέλω το κορμί μου να γίνει εικοσάχρονο.
Ο γιατρός έσμιξε τα φρύδια.
– Αυτά τα χάπια είναι σπάνια και κοστίζουν ακριβά. Έχετε τόσα πολλά χρήματα για να τ’ αγοράσετε;
– Γιατρέ μου, είμαι απένταρος, κι όμως τα θέλω. Θα σας εξηγήσω αμέσως γιατί τα θέλω. Χτες το βράδυ, έτσι ξαφνικά, μια θαυμαστή Ιδέα γεννήθηκε στο μυαλό μου. Η Γη μας είναι στρογγυλή με 40.000 χιλιόμετρα περιφέρεια. Κάπου τρία δισεκατομμύρια άνθρωποι την κατοικούν. Έκανα ένα μικρό, απλό υπολογισμό: Αν όλοι οι νέοι όλου του κόσμου, αγόρια και κορίτσια, δώσουν τα χέρια μιαν ορισμένη μέρα, σε μιαν ορισμένη στιγμή, μπορούν να φτιάξουν ένα γαϊτανάκι γύρω από τη Γη, κι όλοι μαζί, αγαπημένοι, να τραγουδήσουν και να χορέψουν. Πρέπει να γίνω νέος και δυνατός. Θα κάνω το γύρο του κόσμου και θα μιλήσω σ’ όλους για την Ιδέα μου και είμαι σίγουρος πως θα την καταλάβουν και θα τη δεχτούν.
Ο γιατρός άκουσε προσεχτικά το γερο-Νικόλα, ύστερα σηκώθηκε, άνοιξε μια μεγάλη ντουλάπα γεμάτη γιατρικά κι έβγαλε ένα μικρό κουτί.
– Ορίστε, του είπε, σας χαρίζω τα «Νεοζίλ». Η Ιδέα σας μου αρέσει. Πάει τόσος καιρός που δεν τραγούδησα, δε χόρεψα. Πολλοί οι άρρωστοι, πολλές οι έγνοιες. Την ημέρα που θα γίνει το γαϊτανάκι, ειδοποιήστε με, θα ’θελα κι εγώ να μπω μες στο χορό.
Ο κυρ Νικόλας, κρατώντας σφιχτά το πολύτιμο κουτί, ευχαρίστησε τον καλό γιατρό και βγήκε στους δρόμους της πολύβουης πόλης. Ένιωθε χαρούμενος και του φαινόταν πως όλοι οι περαστικοί τού χαμογελούσαν καλοκάγαθα, λες και μάντευαν τις φωτεινές σκέψεις του.
Μπήκε σ’ ένα ξενοδοχείο, ζήτησε να του δώσουν ένα δωμάτιο και, πριν ξαπλώσει, κατάπιε τρία χάπια, πίνοντας ένα μεγάλο ποτήρι νερό, κι αποκοιμήθηκε…
Την άλλη μέρα ξύπνησε από τα χαράματα. Ένιωσε καλοδιάθετος, θέλησε να χαϊδέψει τα γένια του. Το χέρι του όμως άγγιξε ένα δροσερό μάγουλο.
Πήδηξε μεμιάς από το κρεβάτι και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τι μεταμόρφωση! Ήταν νέος κι όμορφος. Του ήρθε να φωνάξει από χαρά.
Σήκωσε με το χέρι μια καρέκλα, πήδηξε πάνω στο τραπέζι, σβέλτα ξανακατέβηκε, έδωσε μερικές μπουνιές στον αέρα. Ήταν νέος και δυνατός, τι τον ένοιαζαν τα εκατό του χρόνια!
[ Ο κυρ Νικόλας ταξίδεψε σε πολλά μέρη και αντάμωσε ανθρώπους από όλες τις φυλές της γης. Οι πιο πολλοί τον δέχτηκαν με χαρά και υποσχέθηκαν να πάρουν μέρος στο χορό σα θά ’ρθει η ώρα. Βρήκε όμως και σκληρούς ανθρώπους, που του φέρθηκαν άσχημα. Ένας μάλιστα κακός αρχηγός μιας μεγάλης χώρας τον έκλεισε δεκαπέντε μέρες στη φυλακή, γιατί τον νόμισε επικίνδυνο για την ησυχία της χώρας του. ]
Όταν βγήκε ο κυρ Νικόλας από τη φυλακή, βιάστηκε να κερδίσει το χαμένο καιρό. Δούλεψε σκληρά για να βγάλει τα χρήματα που χρειάζονταν για όλα τα τηλεγραφήματα που έστειλε σε όλον τον κόσμο για να αναγγείλει τη μέρα και την ώρα που θα γινόταν το γαϊτανάκι.
Παντού έστειλε μηνύματα, στις άκριες της σφαίρας.
«Θα χορέψουμε και θα τραγουδήσουμε όλοι μαζί, στοπ. Την πρώτη μέρα της Άνοιξης, στοπ. Δώστε τα χέρια, στοπ.»
Δεν ξέχασε κανέναν, ούτε κι αυτούς που του είχαν πετάξει πέτρες. Ποιος ξέρει, ίσως την τελευταία στιγμή να μετάνιωναν και νά ’διναν κι αυτοί το χέρι.
Επιτέλους έφτασε η πρώτη μέρα της Άνοιξης! Η Γη στολισμένη την περίμενε. Τα λουλούδια είχανε ντυθεί με χίλια χρώματα και τα πουλιά τραγουδούσανε τα πιο όμορφα τραγούδια τους. Ο ουρανός ήταν ασυννέφιαστος κι ο ήλιος έλαμπε μ’ όλη τη δύναμή του, φωτίζοντας τις ομορφιές της πλάσης.
Με μια κίνηση, κορίτσια κι αγόρια απ’ όλες τις χώρες, απ’ όλες τις φυλές, δώσανε τα χέρια κι άρχισαν να χορεύουν τραγουδώντας:
Αν όλα τα παιδιά της γης
πιάναν γερά τα χέρια
κορίτσια αγόρια στη σειρά
και στήνανε χορό
ο κύκλος θα γινότανε
πολύ πολύ μεγάλος
κι ολόκληρη τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.
Ο Νικόλας κοιτούσε με μάτια θαμπωμένα από τα δάκρυα. Χιλιάδες νέοι περνούσαν μπροστά του. Τους είχε συναντήσει στα ταξίδια του. Γαλανομάτηδες με ξανθά μαλλιά, μελαχρινοί με μαύρα μάτια, νέγροι με κάτασπρα δόντια, Κινεζούλες με τραβηγμένα μάτια, ερυθρόδερμοι με πολύχρωμα φτερά δίνανε τα χέρια σ’ αυτό το γαϊτανάκι που αγκάλιαζε τη Γη. Τους άκουγε να τραγουδάνε, να μιλάνε, να γελάνε και να φωνάζουν. Ο Γιόχαν έσφιγγε το χέρι του Γιάννη και έλεγε: «Πόσο κουτοί ήμασταν να μη μιλάμε ο ένας στον άλλον. Μοιάζεις του αδελφού μου». Ο Γιάννης έλεγε: «Δε θα είμαι πια μόνος τα βράδια του χειμώνα, θα κάνουμε παρέα και θα λέμε ιστορίες».
Οι φωνές των νέων ήταν τόσο δυνατές που γκρέμισαν τους τοίχους όλων των φυλακών και οι φυλακισμένοι ξεχύθηκαν λεύτεροι και πιάσαν το χορό και το τραγούδι με τους άλλους νέους της Γης.
Αν όλα τα παιδιά της γης
πιάναν γερά τα χέρια
κορίτσια αγόρια στη σειρά
και στήνανε χορό
ο κύκλος θα γινότανε
πολύ πολύ μεγάλος
κι ολόκληρη τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.
Αν όλα τα παιδιά της γης
φωνάζαν τους μεγάλους
κι αφήναν τα γραφεία τους
και μπαίναν στο χορό
ο κύκλος θα γινότανε
ακόμα πιο μεγάλος
και δυο φορές τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ.
Θα ’ρχόνταν τότε τα πουλιά
θα ’ρχόνταν τα λουλούδια
θα ’ρχότανε κι η άνοιξη
να μπει μες στο χορό
κι ο κύκλος θα γινότανε
ακόμα πιο μεγάλος
και τρεις φορές τη Γη μας
θ’ αγκάλιαζε θαρρώ!

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Κάποιος.....






Κάποιος νοιάζεται για σένα, που έχεις πόνο στην καρδιά
Κάποιος θέλει να σου δώσει ευτυχία και χαρά.

Κάποιος που τον ξέχασες, στις πιο όμορφες στιγμές
Κάποιος που σε περιμένει με αγκάλες ανοιχτές.

Ο Ιησούς Χριστός, είναι Αυτός που νοιάζεται για σένα,
Ο Ιησούς Χριστός, είναι Αυτός που πέθανε για σένα..



http://delfinaki-sunset.blogspot.com/

Σάββατο 31 Μαρτίου 2012

ΠΟΙΗΜΑ: 1η Απριλίου 1955-1959



1η Απριλίου ήτανε
Πριν η αυγή ροδίσει,
Στην Κύπρο που ακούστηκαν 
Οι πρώτες οι εκρήξεις.


Με αρχηγό τον ΔΙΓΕΝΗ
Οι αντάρτες της Ε.Ο.Κ.Α.,
Στο σκλαβωμένο μας νησί
Ελευθερία δώσαν.


Σε υπόγεια κρησφύγετα
Και μες στους αχυρώνες,
Επέσανε σαν ήρωες
Όμως θα ζουν αιώνες.


Άλλοι μέσα στις φυλακές
Και πάνω στην αγχόνη,
Ο πόθος για την λευτεριά
Όλους μαζί ενώνει.


Πολλά τ΄αμούστακα παιδιά
Που την ζωήν αφήσαν,
Το δέντρο για την λευτεριά
Με αίμα το ποτίσαν.


Τέσσερα χρόνια πόλεμο
Κάνανε τα παιδιά σου,
Κύπρος να ζουν ελεύθερα 
Μέσα στην αγκαλιά σου 


http://www.stixoi.info/

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

Ζήτησα......

Ζητησα δυναμη...
και ο Θεος μου εδωσε δυσκολιες για να με κανει δυνατη.
Ζητησα σοφια...
και ο Θεος μου εδωσε προβληματα για να τα λυσω.
Ζητησα εμπειρια...
και ο Θεος μου εδωσε μυαλο και υγεια για να δουλεψω.
Ζητησα κουραγιο...
και ο Θεος μου εδωσε εμποδια για να τα ξεπερασω.
Ζητησα αγαπη...
και ο Θεος μου εδωσε πονεμενους ανθρωπους για να τα τους βοηθησω.
Ζητησα χαρες...
και ο Θεος μου εδωσε ευκαιριες.
Δεν ελαβα τιποτα απο οτι ζητησα...
Ομως ελαβα ολα οσα χρειαζομουν!!!! 

Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

ΠΟΙΗΜΑ: Ἄρνηση


Στὸ περιγιάλι τὸ κρυφὸ
κι ἄσπρο σὰν περιστέρι
διψάσαμε τὸ μεσημέρι
μὰ τὸ νερὸ γλυφό.



Πάνω στὴν ἄμμο τὴν ξανθὴ
γράψαμε τ᾿ ὄνομά της
ὡραῖα ποὺ φύσηξεν ὁ μπάτης
καὶ σβήστηκε ἡ γραφή.



Μὲ τί καρδιά, μὲ τί πνοή,
τί πόθους καὶ τί πάθος
πήραμε τὴ ζωή μας· λάθος!
κι ἀλλάξαμε ζωή.



Γιώργος Σεφέρης

Τρίτη 28 Φεβρουαρίου 2012

Ο Οδυσσέας Ελύτης στη Σκόπελο






Αχ ομορφιά κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ
κάτι κατάφερα να σου υποκλέψω... 







Την ώρα που η μικρή βάρκα μπαίνει στη θαλασσοσπηλιά κι από το εκθαμβωτικό φως άξαφνα βρίσκεσαι κλεισμένος μέσα σε μια παγωμένη γαλαζοπράσινη μέντα.


http://alexis-chryssanthie.blogspot.com/

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2012

Η Αποκριά


Μακριά σ' ένα άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανάπνεε κανείς
πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό
κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι γυάλινος χαρτοπόλεμος
μάτωνε τις καρδιές
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν-δυο
εν-δυο με παγωμένα δόντια

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο

Μακριά σ' εν' άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά



Μίλτος Σαχτούρης

http://alexis-chryssanthie.blogspot.com/

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2012

ΠΟΙΗΜΑ: Σε μια μέρα της ζωής μου


 Σε φυγαδέψαν οι γονοί σου
-κλέφτες του ό,τι ο Θεός δίνει-
τόρα στ’ ανάβλεμμά σου τ’ άστρα
πιάνουν του χαλασμού τη δίνη

και πέφτουνε ώς τα γόνατά μου
αναλυμένο δακρυοβόλι,
και γω στον κόρφο μου τα κρύβω
και δε με πιάνει οργή και βόλι.

Και θεοκυνήγητος αν κλαίγω,
δε σβιεί η φλόγα των εντός μου,
είσαι του αίματός μου αίμα
και είσαι σάρκα της σαρκός μου.


Κ. Βάρναλης

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2012

Σε σένα ακουμπά το μέλλον



Μην επιτρέψεις να περάσει η ζωή...
ούτε να αφήσεις να να τελειώσει η μέρα...
χωρίς να μεγαλώσεις λιγάκι,
χωρίς να χαρείς,
χωρίς να δώσεις....
φτερά στα όνειρα σου.

Μην επιτρέψεις να σε νικήσει η απογοήτευση.
Μην αφήσεις κανένα να σου αφαιρέσει
το δικαίωμα να εκφραστείς...
Είναι σχεδόν ένα καθήκον.

Μην εγκαταλείψεις την αγωνία,
να κάνεις στη ζωή σου κάτι σπουδαίο...
και μην σταματήσεις ,να πιστεύεις
ότι τα λόγια και η ποίηση,
μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο.

Ότι και να περάσεις να ξέρεις
ότι η ουσία μας μένει άθικτη.
Είμαστε όντα γεμάτα πάθος.
Η ζωή είναι έρημος και όαση.
Μας νικάει, μας πληγώνει, μας διδάσκει,
μας μετατρέπει σε πρωταγωνιστές της ζωής μας.

Ακόμα κι αν οι άνεμοι μας έλθουν κόντρα...
η ρωμαλέα όπερα συνεχίζεται.
Μπορείς να παίξεις μια στροφή.

Μη σταματάς ποτέ να ονειρεύεσαι,
γιατί....μέσα στα όνειρα του είναι ο άνθρωπος....Ελεύθερος.
Και μην αφήνεσαι να πέσεις στο χειρότερο από τα λάθη: την σιωπή.
Οι πιο πολλοί ζουν σε μια τρομακτική σιωπή.

Μην υποτάσσεσαι. Φύγε!
"Εκπέμπω τις κραυγές μου στις σκεπές αυτού του κόσμου",
λέει ο ποιητής.
Τίμα την ομορφιά των απλών πραγμάτων.
Μπορεί να γραφτεί ένα όμορφο ποίημα
για τα πιο ασήμαντα πράγματα...
αλλά δεν γίνεται να πάμε ενάντια στους εαυτούς μας.
Αυτό μετατρέπει τη ζωή μας σε κόλαση.

Να χαίρεσαι το φόβο που μέσα σου νοιώθεις
για τη ζωή π΄ανοίγεται μπροστά σου.

Ζήσε έντονα, χωρίς μιζέρια.
Σκέψου ότι σε Σένα ....
ακουμπά το Μέλλον
και αντιμετώπισε το περήφανα
χωρίς φόβο και αγωνία.

Μάθε απ΄όποιον μπορεί να σε διδάξει.
Οι εμπειρίες όσων έζησαν
πριν από τους δικούς μας
"πεθαμένους ποιητές"
θα σε βοηθούν να περπατήσεις το δρόμο της Ζωής.

Σήμερα η κοινωνία είμαστε εμείς
οι "ζωντανοί ποιητές".
Μην επιτρέψεις να διαβεί η ζωή....
χωρίς να την ζήσεις.



Aπό την ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΡΜΟΝΙΑ
http://taxidistooneiro.blogspot.com
http://dromeas-zois.blogspot.com

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Μήπως ό,τι θαρρούμε βασίλεμα
γλυκοχάραμ' αυγής είναι πέρα
κι αντί να'ρθει μια νύχτ' αξημέρωτη
ξημερώνει μι' αβράδιαστη μέρα;


Μήπως είν' η αλήθεια στο θάνατο
κι η ζωή μήπως κρύβει την πλάνη;
Ό,τι λέμε πως ζει μήπως πέθανε 
κι είν' αθάνατο ό,τι έχει πεθάνει;


Γ. Δροσίνης

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

ΠΟΙΗΜΑ: Αναζήτηση




Οι πολιτείες ήτανε λευκές, οι νύχτες φορτωμένες
βαρειές αναμνήσεις
Θολά προμηνύματα για κάποια μακρινά 
κι αναπότρεπτα ταξίδια
Τώρα πια δε φωνάζω τώρα πια δε σκέφτομαι
κάτι σταμάτησε μέσα μου
Μπορώ να δω τη μορφή μου στον καθρέφτη
μπορώ να διακρίνω μια μάσκα χλωμή κι
ολότελα ξένη.

Θα ΄ρθω μια μέρα, γυμνός απ΄ αγάπη και μίσος
Αλύγιστος κι αδυσώπητος, μ΄ οδηγό τη σιωπή μου
και σύντροφο.
Φίλε: αν νομίζει πως δεν ήρθα πάλι αργά, 
δείξε μου κάποιο δρόμο
Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τίποτα
για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω.



Μανώλης Αναγνωστάκης